Έρωτας και τηλεπάθεια στα χρόνια της έλλειψης καυσίμων
«Τα ψυχοφάρμακα είναι το όπιο του λαού»
Sin Boy (τραγουδιστής)
Από τα Γιάννενα τα αλβανικά σύνορα απέχουν καμιά ώρα. Έναν CBD μπάφο δρόμο αφότου τα περάσει κανείς, βρίσκεται το Αργυρόκαστρο. Εκεί υπάρχει ένα Εθνογραφικό μουσείο στο σπίτι όπου το 1908 γεννήθηκε ο Ενβέρ Χότζα. Αυτός ο τύπος κράτησε την τύχη της Αλβανίας στα χέρια του για σαράντα χρόνια, συνδέοντας τη χώρα με την ιστορία των καθεστώτων υπαρκτού σοσιαλισμού του εικοστού αιώνα. Το μουσείο είναι ανακαινισμένο μετά από μια φωτιά ενώ κάποτε είχε διαφορετικό όνομα και σκοπό: στα χρόνια του κομμουνισμού λεγόταν μουσείο αντιφασισμού. Σήμερα αντικρίζει κανείς ανάμεσα στα εκθέματά του τεκμήρια από την παραδοσιακή ζωή του τόπου, ηθών και εθίμων. Σε μια πτέρυγα ορισμένα τεκμήρια αναφέρονται σε έργα και ημέρες του Χότζα που σπούδασε στη Γαλλία και επέστρεψε στην πατρίδα για να ασκήσει τις πολιτικές ιδέες του στην πράξη. Υπάρχει ένα δωμάτιο με θέμα την επίθεση στις θρησκείες που εξαπέλυσε ο Χότζα υιοθετώντας το μαρξικό τσιτάτο «η θρησκεία είναι το όπιο του λαού». Η επίθεση εντατικοποιήθηκε μετά από μια ομιλία του Χότζα, στις 6 Φεβρουαρίου του 1967, όταν επίσημα κήρυξε τον πόλεμο ενάντια στη «θρησκευτική ιδεολογία». Θα βρίσκονταν υπό διωγμό καθολικοί και ορθόδοξοι χριστιανοί, μουσουλμάνοι και πιστοί κάθε άλλου δόγματος. Με δική του γραμμή καήκαν και λεηλατήθηκαν εκκλησίες ενώ σημειώθηκαν ακρότητες που έφτασαν στις εκτελέσεις κληρικών. Σύμφωνα με έναν απολογισμό έκλεισαν 740 τζαμιά, 640 ορθόδοξοι ναοί και μοναστήρια, 157 καθολικές εκκλησίες και 530 τεκέδες.
Η Αλβανία θα ήταν το πρώτο κράτος στον κόσμο που κήρυξε την αθεΐα επίσημη «πίστη», απαγορεύοντας συνταγματικά κάθε θρησκεία. Η εκκλησιαστική περιουσία δημεύτηκε και έγινε περιουσία του κομμουνιστικού κράτους, κτήμα του λαού. Οι πρώην «ιερές» εκτάσεις γης και υποδομές θα γίνονταν εργοστάσια, αποθήκες, στάβλοι, κινηματογράφοι, πολιτιστικές και άλλες λέσχες. Κάποια μοναστήρια θα κατέληγαν να γίνουν στρατιωτικές μονάδες. Ο Χότζα έχοντας φυσικά επίγνωση του ρόλου της εκπαίδευσης στη διάπλαση συνειδήσεων φρόντισε να αφαιρεθούν από τα σχολικά προγράμματα τα θρησκευτικά μαθήματα. Επιπλέον εξαφανίστηκε κάθε είδος θρησκευτικής τέχνης. Πίσω από τις κλειστές πόρτες των σπιτιών, στις οικογένειες απαγορεύτηκε να συζητιέται οτιδήποτε μετέδιδε θρησκευτικό κεφάλαιο προς τις νεότερες γενιές. Αν κάποιο παιδί ομολογούσε ότι οι γονείς του το βάζουν να προσεύχεται, σε οποιονδήποτε θεό, θα είχαν άσχημα ξεμπερδέματα. Και εάν έπιαναν κανέναν θεοσεβούμενο με θρησκευτικά βιβλία στην κατοχή του μπορούσε να καταλήξει στη φυλακή. Ο Χότζα πέθανε το 1985. Όταν κατέρρευσε το σοσιαλιστικό μπλοκ, με την ανάδυση του νεότερου αλβανικού κράτους από τη δεκαετία του 1990, άρθηκαν οι θρησκευτικές απαγορεύσεις και η χώρα έγινε πάλι «κοσμική και δημοκρατική» με τους ανθρώπους να μπορούν ελεύθερα να πιστεύουν όποιο θρησκευτικό δόγμα επιθυμούν.
Ένα άλλο ενδιαφέρον γεγονός είναι ότι ο Χότζα υποστήριξε την ίδρυση ενός μουσείου αθεΐας στην περιοχή Σκόδρα το οποίο σύντομα θα έμπαινε στο σχολικό πρόγραμμα για να το επισκέπτονται οι μαθητές και να μαθαίνουν ότι δεν υπάρχει θεός. Στο μουσείο αθεΐας ανάμεσα στα εκθέματα υπήρχαν αντικείμενα από ναούς χριστιανικούς και ισλαμικούς ως τεκμήρια οπισθοδρόμησης ενώ στους τοίχους έβλεπε κανείς φωτογραφίες κληρικών να απολογούνται σε λαϊκές δίκες.
Σε γενικές γραμμές, στα τέλη της δεκαετίας του 1960, ένας κρατικός αξιωματούχος ανέφερε στον Χότζα ότι έχει γίνει πολλή δουλειά πάνω στο «καθάρισμα» των θρησκειών. Ωστόσο διαπίστωνε την ανάγκη του λαού για αργίες και πανηγύρια. Οι θρησκευτικές αργίες δεν έπρεπε να καταργηθούν αλλά να αντικατασταθούν από νέες σοσιαλιστικές εθιμοτυπίες. «Δεν μπορούμε να το αφήσουμε αυτό στην τύχη του, πρέπει να μεριμνήσουμε και να σχεδιάσουμε καινούργιες φιέστες. Οι δικές μας γιορτές και αργίες πρέπει να είναι καλύτερες και να πρεσβεύουν το σοσιαλιστικό μας όραμα. Οι διακοπές του λαού είναι κρίσιμες», συζητούσαν κρατικά στελέχη μεταξύ τους.
Λίγα χιούμανς έψαξαν εντελώς διαφορετικά και εναλλακτικά τη φάση. Φημολογείται πως η Τζεμιλέ Πρίφτι, μια ερωμένη του Χότζα, θα παρακολουθούσε κάποιες μυστικές τελετουργίες σε απρόσιτες δασικές εκτάσεις που ονομάζονταν Ζέτε. Δεν είναι γνωστό εάν ο Χότζα εξαπέλυσε ποτέ οποιαδήποτε επίθεση ενάντια στο Ζέτε.
Όλα αυτά σήμερα μοιάζουν πολύ μακρινά. Ένα παρελθόν που πέρασε ανεπιστρεπτί και οριστικά μετά από την πτώση του Τείχους στο Βερολίνο το 1989. Κάτι που συμβόλισε το τέλος της πλανητικής δυαρχίας ανάμεσα στον δυτικό φιλελεύθερο κόσμο και στο ανατολικό σοσιαλιστικό μπλοκ. Έκτοτε θεωρήθηκε ότι οι νεοφιλελεύθερες δημοκρατίες θα αποτελούσαν μονόδρομο για την ιστορία της ανθρωπότητας, το «τέλος της ιστορίας» των πολιτικών ανταγωνισμών. Στον παγκοσμιοποιημένο υστεροκαπιταλιστικό κόσμο ο Θεός για πολλούς ανθρώπους έχει πεθάνει. Όχι για όλους – ευτυχώς ή δυστυχώς. Όπως και να έχει, ο δυτικός κόσμος για ζητήματα υπαρξιακά και ψυχής επισήμως δεν απευθύνεται πια σε θρησκείες αλλά αναζητά βοήθεια σε ειδικούς που χορηγούν χάπια. Όταν οι γιόγκες, τα γυμναστήρια και τα ινστιτούτα αισθητικής αποτυγχάνουν τα χάπια είναι μονόδρομος. Ο Sin Boy, αλβανικής καταγωγής νεαρός τραγουδιστής, θα έλεγε από σκηνής σε μια συναυλία του στην Αθήνα, πριν από μερικά χρόνια, ότι τα «ψυχοφάρμακα είναι το όπιο του λαού».
Σύμφωνα με μια στατιστική έρευνα στην Αγγλία τη δεκαετία του 1910, που δημοσιεύτηκε στον ημερήσιο Τύπο, οι παράφρονες κάθε χρόνο ολοένα και αυξάνονταν. Αυτό συνέβαινε σε όλο τον κόσμο και ιδιαίτερα στις μεγάλες πόλεις. Υπολόγισαν τους ρυθμούς αύξησης των τρελών και ότι μέχρι το έτος 2212 θα έχει παραφρονήσει στο 100% ολόκληρη η ανθρωπότητα.
*
«Το καταπληκτικό αυτό φαινόμενο της τηλεπάθειας των αλόγων έμεινε ιστορικό, και σχολιάσθηκε πολύ και τότε κι υστερότερα»
Ναπολέων Λαπαθιώτης (ποιητής)
Ο ποιητής Ναπολέων Λαπαθιώτης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1888. Θα αυτοκτονούσε τον Ιανουάριο του 1944. Στην αυτοβιογραφία του ένα από τα περιστατικά που θυμάται από την παιδική του ηλικία συνέβη κατά τη διάρκεια μιας ωραίας Κυριακάτικης βόλτας (Ν. Λαπαθιώτης, Η ζωή μου, εκδόσεις Στιγμή, 1986). Βρισκόμαστε στο Ναύπλιο στο μεταίχμιο 19ου και 20ου αιώνα. Ο τότε υπουργός Καράπαυλος, φεύγοντας για μια θεραπεία στην Ευρώπη, αφήνει πίσω του μια άμαξα με άλογα στον πατέρα Λαπαθιώτη. Το λοιπόν, μια μέρα ο τελευταίος παίρνει την οικογένεια για μια βόλτα με την άμαξα στα πέριξ. Ξάφνου σε κάποιο σημείο του δρόμου εκεί που τα άλογα –του κου τουκ, του κου τουκ- προχωράνε καμαρωτά –οϊμέ, οϊμέ- θα αφηνιάσουν. Έριξαν το αμάξι κάτω και άρχισαν να τρέχουν σαν δαιμονισμένα, σέρνοντας το αμάξι πάνω στα χαλίκια μαζί με τους επιβάτες μέσα. «Ακόμα έχω ζωηρή την εντύπωση των χαλικιών, πού ‘νιωθα να μου σκίζουν τα χείλη και να μου γιομίζουν το στόμα και τα δόντια!», θυμάται ο ποιητής πολλά χρόνια μετά. Οι γονείς του τραυματίζονται και ένας φίλος τους που τους συνόδευε το ίδιο. Σύντομα έλαβαν τις πρώτες βοήθειες από χωρικούς. Το συμβάν διαδόθηκε αστραπιαία και για μέρες αργότερα όταν τους έβλεπαν στο Ναύπλιο γνωστοί και φίλοι ρωτούσαν με αγωνία: «Είσαστε ζωντανοί;…». Κι έκαναν το σταυρό τους. Το παραδοξότερο απ’ όλα όμως ήταν ότι και σε κάποιο άλλο σημείο του Ναυπλίου, κι ένα ακόμα άλογο με ένα αμαξάκι του ίδιου του Καραπαύλου, που άφησε σε άλλον φίλο του, αφηνιάζει κι εκείνο ανεξήγητα την ίδια στιγμή! Την ώρα που γινόντουσαν αυτά, στην Ευρώπη, που είχε πάει να κοιταχτεί, ο ίδιος ο Καράπαυλος πέθαινε!
Το καταπληκτικό φαινόμενο της τηλεπάθειας των αλόγων θα το συζητούσαν για πολύ καιρό στο Ναύπλιο. Με αυτό το περιστατικό έπεσε το πρώτο ρίγος του Αγνώστου μέσα στην παιδακίσια ψυχή του ποιητή Λαπαθιώτη.
Αχ! αυτό το αινιγματικό κι ανεξιχνίαστο Άγνωστο!
Μα τι πράγματα μαγικά είναι αυτά; Και εσύ, σημερινέ αναγνώστη, που προσπαθείς να βγάλεις άκρη με το κείμενο αυτό, πες μου την αλήθεια και μόνο την αλήθεια: σου έχει συμβεί ποτέ να σκέφτεσαι κάποιο πρόσωπο και μετά από μερικές ώρες να το συναντάς τυχαία στον δρόμο; Ή την ίδια μέρα που το σκέφτηκες να σε καλέσει στο τηλέφωνο παρότι έχετε πολύ καιρό να μιλήσετε; Αν ναι, ίσως αστραπιαία να πέρασες ένα κατώφλι θαυματουργίας δίχως να το αντιληφθείς.
Να που με πιάνω να χαζολογάω στο τηλέφωνο με τις ώρες. Νωρίτερα το απόγευμα. Η φωνή στην άλλη άκρη στο τέλος διαμαρτύρεται: «Έλεος! Δεν γνωρίζω αν ο Λαπαθιώτης είχε ποτέ Αλβανό γκόμενο».
Εγώ πάλι; Είχα; Έχω; Θα έχω; Α, δεν σας λέω. Αλλά η τύχη είναι πάντα με τους ηττημένους πάνω σε ζητήματα καρδιάς. Ρωτάω όποιον συναντάω στο ταξίδι αυτό. Στο Αργυρόκαστρο με κοιτούσαν σαν να μιλάω κινέζικα. Στα γύρω χωριά το ίδιο. Κανείς δεν μοιάζει να το γνωρίζει ή να θέλει να το μαρτυρήσει. Δεν έχουν ακούσει τίποτα για καμιά Τζεμιλέ Πρίφτι; Για καμιά παγανιστική γιορτή στο δάσος; Συνεχίζουμε την πορεία μας πάνω σε τέσσερις ρόδες ακολουθώντας τη συνοριακή γραμμή. Όταν το αυτοκίνητο μένει από βενζίνη, αφήνω την παρέα με την οποία συνταξιδεύουμε μέσα στο όχημα και υπόσχομαι ότι θα επιστρέψω με ένα μπιτόνι. Μην κάνετε καμιά εξυπνάδα και βγείτε έξω, έχει λύκους εδώ, λέω. Τουλάχιστον αν είναι να θρηνήσουμε θύματα να φάνε μόνο εμένα. Έζησα τη ζωή μου, τους έρωτες μου, τις ωραίες μου μέρες και τις άσχημες. Εσείς είστε νέοι ακόμα, μείνετε εδώ μέσα στο αυτοκίνητο, μείνετε ασφαλείς, λέω. Σχεδόν δακρύζω από το ρεσιτάλ αυτοθυσίας που δίνω. Ας φάνε εμένα οι λύκοι, ξαναλέω. Στο μεταξύ μοιάζω και κάπως με κοκκινοσκουφίτσα επειδή φοράω έναν μάλλινο κόκκινο σκούφο και κόκκινο μπουφάν. Σας λέω αλήθεια ότι ενδυματολογικά έγινε εντελώς τυχαία αυτό. Περπατάω κανένα τέταρτο περίπου όταν σε κάποιο σημείο του δρόμου πιο κάτω προσπαθεί να βάλει μπροστά τη σακαράκα του ένας ντόπιος απροσδιόριστης ηλικίας. Έμεινε και αυτός από καύσιμα. Το κοντινότερο πρατήριο υγρών καυσίμων είναι σε απόσταση σαράντα χιλιομέτρων, με ενημερώνει. Να ακούσουμε καμιά μουσική να περάσει η ώρα; Μήπως περάσει κάποτε κανένα αυτοκίνητο και σωθούμε; Καμιά άμαξα με άλογα; Έχει ωστόσο λέει μπιτόνι με βενζίνη στην αποθήκη του σπιτιού. Στα πέντε χιλιόμετρα. Να νιώσω τυχερός; Κάποια αστρική συγκυρία; Καλού κακού σημειώνω στο κινητό μου πως η ώρα είναι 15:47, ημέρα Δευτέρα, 6 Φεβρουαρίου 2023. Περπατάμε παρέα. Από το φορητό τρανζίστορ του μπάρμπα, που πιάνει μόνο έναν και μοναδικό ραδιοφωνικό σταθμό και αυτόν με παράσιτα, ακούγονται τραγούδια πότε αλβανικά, πότε ελληνικά. Ε, δεν χάνω ευκαιρία. Θα τον ρωτήσω κι αυτόν. Do you know κάτι που το λένε Ζέτε; Στο ράδιο παίζει τώρα ένα παλιό τραγούδι που λέει «και κάνω έρωτα μαζί σου με τηλεπάθεια, σε έναν κόσμο μπερδεμένο, όλο αστάθεια». Σκέφτομαι ότι συντονίστηκαν τα ντεπόζιτα και άδειασαν μαζί. Όπως είχανε συντονιστεί και τα άλογα.
*
«Γίναμε φτωχοί για να γίνουμε πλούσιοι»
Φρήντριχ Χαίλντερλιν (ποιητής)
Μην πεις αλλού την ηλικία μου, ναι; Ξέρω ότι δείχνω πιο μικρός. Άμα πω πόσο είμαι στα αλήθεια θα με βασκάνουν. Ελληνικά μιλάω, ναι; Αλβανικά μιλάω. Γαλλικά μιλάω. Ιταλικά μιλάω. Εγγλέζικα μιλάω. Τα ξεχνάω αλλά άμα κάποιος αρχίσει να μιλάει τα θυμάμαι και μιλάω και εγώ, ναι; Τι νομίζεις επειδή είμαι βλάχος δεν ξέρω να μιλάω; Είχα πάει στη Γαλλία πανεπιστήμιο εκεί που σπούδασε κάποτε και ο Χότζα. Όχι την ίδια χρονιά με τον Χότζα, ναι; Είπαμε είμαι μεγάλος, αλλά τότε που πήγαινε ο Χότζα δεν είχα γεννηθεί. Ήταν φαφλατάς ο Χότζα και στο τέλος ξέρεις τι κατάφερε; Το μόνο που έμεινε στην ιστορία είναι το ανέκδοτο με τον Χότζα, ναι; Να σου το πω; Πάει ένας χωρικός κάποτε στον Χότζα και του λέει ότι στο σπίτι δεν χωράνε με τη γυναίκα και τα παιδιά, είναι πολύ μικρό και φτωχικό και καλά-καλά δεν μπορούνε να κοιμηθούν τα βράδια τόσο που στριμώχνονται. Τότε ο Χότζα ρωτάει τον χωρικό άμα έχει ζώα. Ο χωρικός απαντάει ναι και πως τα έχει έξω στην αυλή να βοσκάνε ολημερίς. Και το βράδυ στην αυλή κοιμούνται. Ο Χότζα τού λέει το βράδυ να βάλει τις κότες μέσα στο σπίτι, να κοιμηθούν μαζί με την οικογένεια. Ε, να μη σου τα πολυλογώ, την άλλη μέρα πάει ο χωρικός και παραπονιέται στον Χότζα ότι δεν κλείσανε μάτι με τις κότες γιατί κακάριζαν και ξύπνησαν και χαράματα και δεν τους άφησαν να ξεκουραστούν. Τα παιδιά με το ζόρι σηκώθηκαν να πάνε στο σχολείο. Ο Χότζα τότε τον συμβουλεύει να συνεχίσει να κοιμάται με τις κότες μέσα στο σπίτι, αλλά να βάλει και τον γάιδαρο μέσα. Το ανέκδοτο συνεχίζεται και για αρκετές μέρες ο χωρικός στριμώχνει ολοένα και περισσότερα ζώα μέσα στο σπίτι κατόπιν αντίστοιχων καθημερινών συμβουλών. Δεν παύει να παραπονιέται επειδή κοιμάται χειρότερα με όλα τα ζώα που καταλήγουν να περνούν το βράδυ μέσα στο σπίτι, μαζί με την οικογένεια: κότες, γάιδαρος, γουρούνια, πρόβατα, σκύλοι, πάπιες. Χότζα δεν πάει άλλο, τώρα πια δεν κοιμάμαι καθόλου τα βράδια και τα πράγματα έχουν γίνει πολύ χειρότερα, ξεσπάει ένα πρωί ο χωρικός. Ο Χότζα τότε τού λέει να βγάλει όλα τα ζώα ξανά έξω, να μην τα ξαναβάλει ποτέ σπίτι και να κοιμηθούν μόνο οι άνθρωποι το βράδυ κάτω από τη στέγη του τσαρδιού του. Έτσι και έγινε. Την άλλη μέρα ο Χότζα ρωτάει τον χωρικό πώς κοιμήθηκε και ο χωρικός ολόφρεσκος και με όψη ξεκούραστη απαντάει πως έγινε θαύμα και επιτέλους κοιμήθηκε υπέροχα και ο ίδιος και η γυναίκα και τα παιδιά του. Ε, είδες λοιπόν, να που δεν χρειαζόσουν μεγαλύτερο σπίτι, αφού μπορείς και κοιμάσαι υπέροχα και έτσι, του λέει ο Χότζα.
Το δίδαγμα; Ο καθένας ας σκεφτεί μόνος του, ναι; Εδώ σήμερα το βλέπεις το χωριό μου; Είναι πάνω στη γραμμή των ελληνοαλβανικών συνόρων και είμαι από τους τελευταίους κατοίκους. Το χωριό κόβεται από τον κάμπο στα δυο κομμάτια. Το ένα μέρος ελληνικό, το άλλο αλβανικό. Μπορείς να διασχίσεις τον κάμπο, δεν έχουμε σύνορα στο σημείο αυτό, ναι; Εμείς κάναμε μια γιορτή χωρίς σύνορα, για όποιον το τραβούσε η καρδιά του να έρχεται. Ξέρω ότι την έκαναν και οι προπαππούδες μας πιο παλιά τη γιορτή, μετά σταμάτησε κάμποσα χρόνια. Και μετά ξανάρχισε νομίζω μέσα στα χρόνια του Χότζα. Ναι, φυσικά η γιορτή άρχισε μυστικά από τον Χότζα επειδή φοβόμασταν πως άμα το μάθει θα μας καθαρίσει. Στη μια πλευρά είχαμε Χότζα, στην άλλη χούντα. Ο Παπαδόπουλος ήταν χειρότερος άμα με ρωτήσεις, ναι; Αλλά να χαρείς, μην πεις σε κανέναν ούτε το όνομά μου, ούτε τίποτα, θα σου πω πέντε πράγματα και μετά τράβα στο καλό, με την ευχή μου, ναι; Γιέτα τη λέγαμε τη γιορτή, αλλά με τα χρόνια επικράτησε το όνομα Ζέτε επειδή έρχονταν και κάτι Γάλλοι και έλεγαν πως είναι γιορτή αγάπης: λίγο γιέτα, λίγο ζετέμ, είπαμε το όνομα δεν έχει τόση σημασία. Και κάπως έφτασε να το λέμε Ζέτε, ναι; Μόνο για τους ανόητους τα ονόματα έχουν σημασία. Όπως ας πούμε για τους φιλοσόφους που αναλύουν τα πάντα. Νομίζουν ότι θα βρουν έτσι με την ανάλυση κάποιο μυστικό, ναι; Έξω από τις λέξεις είναι η ζωή. Και αυτό κάποιος φιλόσοφος θα το είπε, ναι;
Θα μου κάνεις μια χάρη, ναι; Τώρα σου λέω μερικά πράγματα. Αλλά μην αρχίσεις να στέλνεις εδώ τίποτα ερευνητές και άλλους πολιτιάνους. Εσένα δεν σε ξέρω, αλλά θα στα πω. Αλλά θα μου κάνεις μια χάρη. Σε δέκα χρόνια θα έχω πεθάνει, ναι; Να έρθεις στο δάσος και να αφήσεις μερικά λουλούδια κάτω από εκείνο το δέντρο στη μνήμη μου. Το βλέπεις εκείνο το δέντρο, ναι; Εκεί κάτω έθαψα και τη γυναίκα μου. Με τα ίδια μου τα χέρια. Καλά, άναψε άμα θέλεις και κανένα κερί τότε, ναι; Η γυναίκα μου ήταν θρήσκα. Αλλά εμάς να ξέρεις ότι μάς έμαθαν να μην πιστεύουμε σε θεούς. Είχαμε όμως ανάγκη σε κάτι να πιστέψουμε. Βλέπαμε παντού γύρω μας αυτή τη φύση που μάς ξεπερνά, ναι; Έχει μεγαλείο, ομορφιά, συνεχίζει η πλάση ολόγυρα να ζει και μετά από εμάς. Κοίτα τα βουνά που είναι σαν θεοί έτοιμα να μιλήσουν, ναι; Κοίτα τα δέντρα και τα δάση, κοίτα εκείνο το ρυάκι, κοίτα τα πουλιά. Τη φύση θέλουμε να τιμήσουμε με το Ζέτε και να δημιουργήσουμε ένα καταφύγιο. Όχι για εμάς τώρα, εμάς φτάνει η ώρα μας, ναι; Αλλά εσείς οι σημερινοί και οι αυριανοί θα το έχετε ανάγκη. Όταν ξεμείνετε από καύσιμα στις πόλεις, τότε μόνο ο κόσμος θα σωθεί. Από την πετρελαιοκίνητη οικονομία ξεκίνησαν όλα τα τρομερά. Λοιπόν κάποτε εδώ θα γυρνάνε όλοι επειδή άμα μείνουν στις πόλεις θα τρελαθούν. Όμως άμα έρχεστε εδώ θα καταστρέψετε τα πάντα. Για αυτό πρέπει πρώτα να μάθετε να ανοίγετε τα αυτιά σας και την καρδιά σας, να ακούτε και να νιώθετε τις χαρές και το κλάμα της γης, της φωτιάς, του νερού και του ουρανού. Το Ζέτε λογαριάζει τις δυνάμεις της φύσης και ζητούμε συγχώρεση από τις γήινες και ουράνιες ενέργειες για όλα τα κακά που κάνει ο άνθρωπος. Τι με ρωτάς; Α, θέλεις λεπτομέρειες; Έχουμε κάποια στάδια μύησης, όπως στους παπάδες. Ξεκινάς από παπαδάκι και θέλει δουλειά και χρόνια αρκετά να περάσουν για να γίνεις αρχιεπίσκοπος, ναι; Στο μεσαίο στάδιο πάντως όλοι έχουμε ανακτήσει δυνάμεις που έχει λησμονήσει ο άνθρωπος. Βλέπεις τα πουλιά που πετάνε στον ουρανό και συντονίζονται αρμονικά μεταξύ τους; Αυτές τις χορογραφίες όταν πετάνε όλα μαζί πώς τις πετυχαίνουν; Βλέπεις τα πρόβατα που ξέρουν να συντονίζονται μεταξύ τους σε σχήματα ζηλευτά; Βλέπεις τις πεταλούδες που γνωρίζουν το εφήμερο της ζωής, ναι; Και τα ζώα που χτίζουν φωλιές με κλαριά που βρίσκουν στο έδαφος, χωρίς να κόβουν τα δέντρα, ναι; Ζουν και αρμονικά συνυπάρχουν όλα τα όντα. Κι εμείς έτσι κάθε τρία χρόνια συντονιζόμαστε όταν έρχεται η ώρα για το Ζέτε. Όσοι φτάνουν στο μεσαίο στάδιο μύησης μπορούν να επικοινωνήσουν τηλεπαθητικά με τους άλλους. Έτσι ξέρουμε πότε φτάνει η ώρα, ναι; Έτσι ξέρουμε πότε πρέπει να συναντηθούμε στο δάσος. Άλλες φορές πέφτει τέλη Μάρτη και άλλες μέσα στον Απρίλιο. Πολύ σπάνια και μέσα στον Μάιο. Κάθε φορά ο αρχιμύστης ορίζει το που θα κατευθυνθούμε με τηλεπάθεια, ενώ αφήνουμε και άλλα σημάδια για όσους είναι ακόμα στις πιο χαμηλές βαθμίδες και δεν έχουν αναπτύξει τηλεπάθεια, ώστε να μας ακολουθήσουν στο μέρος της γιορτής. Μετά εκεί τι ακολουθεί είναι μεγάλη ιστορία. Τι τα θέλεις τώρα; Πολλά σου λέω, ναι; Αλλά θα μοιράσουμε τη βενζίνη από το μπιτόνι στην αποθήκη και να φύγεις, να πας στο καλό, ναι; Αν ζω ακόμα στην επόμενη γιορτή, σαν σιμώνει η ώρα για το Ζέτε, θα με δεις ένα βράδυ, θα έρθω μέσα στο όνειρό σου και θα σε προετοιμάσω, θα σε καλέσω να έρθεις. Θα πρέπει να μου το υποσχεθείς, να ορκιστείς ότι θα έρθεις. Θα πρέπει να δεσμευτείς, ναι; Αλλά δεν θα έχεις αυτά τα τηλέφωνα που έχετε όλοι τώρα επάνω σας, ούτε κάμερες, ούτε τίποτα. Θα αφήσεις τα πράγματα του ταξιδιού σου πίσω. Στην αποθήκη μου, ναι; Θα σε ντύσουμε και θα σε στολίσουμε εδώ. Μαζί με τα υπόλοιπα πλάσματα που θα έρθουν, ναι; Θα δεις, θα δεις. Μαζί θα ξεκινήσουμε μια πορεία επτά ημερών μέχρι να φτάσουμε στο μέρος της γιορτής. Αν έστω και μια στιγμή φοβηθείς, να ξέρεις ότι δεν υπάρχει γυρισμός. Ο φόβος μπορεί να σημαίνει θάνατο. Οι άλλοι μύστες δεν κάνουν όλοι τα ίδια. Εσύ θα έρθεις με τον δικό μου δρόμο. Σκέψου λοιπόν αν θα έρθεις. Θα το καταλάβω και αν θέλεις θα σε βρω στο όνειρο. Περισσότερα πράγματα τώρα δεν μπορώ να σου πω, ναι; Μην πεις σε κανέναν τίποτα, ναι; Μη με προδώσεις, ναι; Είναι στη φύση μας η προδοσία, ναι; Κανείς δεν ορίζει το Ζέτε με ευκολία. Αλλά τώρα που είπα προδοσία σκέφτηκα ότι είναι μια γιορτή για να συγχωρέσει η φύση την ανθρώπινη προδοσία, ναι; Άντε τώρα, έχετε γεια βρυσούλες.
ΚΙΜΩΝ ΘΕΟΔΩΡΟΥ
***
Το κείμενο αυτό μεταξύ τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας γράφτηκε με αφορμή μια εικαστική έρευνα του καλλιτέχνη Πάνου Σκλαβενίτη
Το κείμενο αυτό μεταξύ τεκμηρίωσης και μυθοπλασίας γράφτηκε με αφορμή μια εικαστική έρευνα του καλλιτέχνη Πάνου Σκλαβενίτη