teorema, παζολίνι




Σύμφωνα με το «Θεώρημα» η έλευση ενός «Μεσσία» φέρνει τα πάνω κάτω στον κόσμο... Άγιος ή Διάβολος αυτός ο Μεσσίας στην ταινία του Παζολίνι; Δεν μας αφορά, φιγουράρει πέρα από το Καλό και το Κακό.
Κατά την πλοκή ένας επισκέπτης φιλοξενείται στη βίλα μιας οικογένειας μεγαλοαστών στο Μιλάνο. Μητέρα, Πατέρας, Κόρη, Γιος και Υπηρέτρια: σαγηνεύονται όλοι από τον Ξένο, δένονται μαζί του -άντρες και γυναίκες- πνευματικά και σαρκικά, σημαδεύει τις ζωές τους. Καθώς έρχονται σ' επαφή με την απόλυτη «Υπεροχή», κατόπιν της αναχώρησής του, όλα φαντάζουν μάταια. Ο καθένας από τα πέντε πρόσωπα της βίλας, αναζητεί διέξοδο ώστε να ξεπεράσει τη «θεία υπεροχή» ή να την υποκαταστήσει και ξαναζήσει με άλλη μορφή. Ο Παζολίνι δείχνει πως δεν υπάρχει τίποτα το Έξοχο, δίχως την άλλη όψη του νομίσματος, τη συνύπαρξη του Φρικτού με το Υπέροχο. Η αφαιρετικότητα που επιλέγει και οι ερωτικές σκηνές με τον Ξένο, σκιαγραφούν την εξιδανίκευση του Έρωτα, αποφεύγεται ο εκχυδαϊσμός με την μη οπτικοποίηση τολμηρότερων σκηνών.

    Μετά από το «συμβάν» στην ταινία (την αναχώρηση του Ξένου), αν για την πλέμπα (Υπηρέτρια/μη αστική τάξη) διέξοδο αποτελεί η θρησκεία (αγιοσύνη), τότε για την μπουρζουαζία (τα μέλη της οικογένειας) το αντίστοιχο της θρησκείας αποτελούν: η τρέλα, η τέχνη, η ικανοποίηση του σαρκίου και η υπαρξιακή αναζήτηση (σε αντιστοιχία με τους ήρωες/χαρακτήρες). Ένα πικρόχολο σχόλιο τόσο για τη θρησκεία όσο και για τα εκκοσμικευμένα προσωπεία της (αναλόγως -κατά μία εκδοχή- με την οικονομική βάση του καθενός)
    
Καταλήγουν όλα εξίσου μάταια, μηδενιστικά, καθώς οι «διέξοδοι» αδυνατούν να αποτελέσουν «αρχές νοήματος». Στο πίσω μέρος του φιλμ σκιαγραφείται ένας πεσιμιστικός αναρχισμός. Ποιο άλλο είναι το «ηθικό διακύβευμα» εάν όχι ο μηδενισμός των «αρχών» τόσο της πλέμπας όσο και της μπουρζουαζίας; Μηδενίζει την αστική τάξη και το προλεταριάτο, παρόλο που μεγάλη μερίδα κριτικών σχολιαστών της ταινίας στον Τύπο αυτό δεν το βλέπει καθόλου, επικεντρώνοντας στο «χτύπημα» μοναχά στην αστική τάξη. 
 
Ο Παζολίνι με τον τρόπο του κοροϊδεύει τις «αξίες» (διεξόδους) και των αστών και του προλεταριάτου, οι τσουκνίδες, η αιώρηση, η τρελή καταθλιπτική, η σεξομανής, η κοινωνία η οποία «τρέχει» ανεξήγητα (γεγονός το οποίο σωματοποιείται στην κίνηση των ηρώων, προβολή της «προόδου» του πολιτισμού) - όλα ένας σαρκασμός, άλλοτε υπόγειος και άλλοτε περισσότερο εμφανής. Ένας «πεφωτισμένος» Ξένος τους ξεσκεπάζει, ένας Ξένος ο οποίος κατανοεί τον ποιητή Ρεμπώ και τον ζωγράφο Francis Bacon... Ο Ξένος ξεσκεπάζει την Αλήθεια του καθενός, αν προσέξουμε τους χαρακτήρες, στην Υπηρέτρια βρίσκεται ήδη ο σπόρος της θρησκείας, στην Κόρη η παράνοια, στον Γιο ο καλλιτέχνης, στη Μητέρα η κοκεταρία που αξιώνει αυτοεπιβεβαίωση, στον Πατέρα το ουρλιαχτό (η άγνωστη αρρώστια του πολιτισμού).

Καυτηριασμός από την κριτική της σύγχρονης τέχνης (Γιος) στο ακόρεστο του έρωτα που επιχειρεί να καλύψει άλλα κενά (Μητέρα). Η διέξοδος που αναζητεί κάθε ήρωας αποτυγχάνει ως ματαιότητα. Από τη μία η «έρημος», το πλάνο/μοτίβο που χρησιμοποιεί ο Παζολίνι για να αποδώσει τον ψυχισμό των χαρακτήρων του, από την άλλη τα αρχιτεκτονικά πλάνα που θυμίζουν το αλλόκοτο του Ντε Κίρικο όπου η ανθρώπινη παρουσία περνάει στην αμφισημία.

Μπορούμε να επισημάνουμε σημεία και να θέσουμε ερωτήματα, όπως, γιατί ονομάζεται Αιμιλία και η δεύτερη υπηρέτρια; Οι αστοί αντιμετωπίζουν τους ανθρώπους ως «πανομοιότυπα προϊόντα», αναλώσιμοι άμεσα, «ουδείς αναντικατάστατος» στη σύγχρονη ζωή, σαν μια σειρά από πανομοιότυπα κονσερβοκούτια τομάτας του Γούορχολ, όταν τελειώνει το ένα, το πετάμε και παίρνουμε το αμέσως επόμενο, την επόμενη «Αιμιλία», αυτός είναι ο «κανόνας» που διέπει τις σχέσεις των ανθρώπων, όλοι προϊόντα για χρήση και αντικατάσταση (οι Γουόρχολ και Παζολίνι είναι σύγχρονοι).

Στο κλείσιμο της ταινίας, το ερημικό τοπίο όπου καταλήγει ο Πατέρας αντιστοιχεί στα υπαρξιακά κενά/αναζήτηση, ο Πατέρας βγάζοντας τα ρούχα του και εγκαταλείποντας την αστική ζωή θέλει να πετάξει από πάνω του τον πολιτισμό. Αναζητεί το νόημα το οποίο πια δεν βρίσκει (μέχρι πρότινος νοηματοδοτούσε τη ζωή του με τις αστικές αξίες/ηθική) και για αυτό ουρλιάζει. Συμβολικά, ο Πατέρας συνειδητοποιεί ότι ως Δημιουργός «έφτιαξε ένα τέρας» - την κοινωνία (μάλιστα, ως εργοστασιάρχης από τον ίδιο εκκινεί και η ταξική διάκριση της νεωτερικότητας). Εξάλλου, είναι ο μόνος που δεν βλέπουμε να περπατάει με τρεχαλητό στο φιλμ, είναι αυτός που «θέτει σε κίνηση» το τρέξιμο των υπολοίπων.



Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Έρωτας και τηλεπάθεια στα χρόνια της έλλειψης καυσίμων

Η τραγική αυτοκτονία του ποιητή Μάριου Βαϊάνου και του φίλου του