Πλαστικογή

Γύρισε απόγευμα. Φώναξε το όνομά της. Εφτά φορές. Πουθενά. Στο τραπέζι της κουζίνας μια κάρτα μαγαζιού νυφικών. Μάλωσαν άπειρες φορές, αυτός δεν ήθελε γάμο, αυτή ήθελε να ζήσει το όνειρο της εκκλησιάς, έτσι της έλεγε. Δεν το σκέφτηκε αμέσως, αλλά την επομένη: πέρασε από το μαγαζί και την είδε να ποζάρει στα άσπρα ακίνητη. Μπήκε μέσα, έκανε φασαρία, φώναξαν την αστυνομία. Τον έβγαλαν τρελό που μιλούσε σε μια πλαστική κούκλα. Μετά τα μεσάνυχτα πήγε ξανά, αυτή μέσα από το τζάμι. Δεν εννοούσα να βρεις τέτοια δουλειά όταν έλεγα είσαι πολυέξοδη, άρχισε να της μιλά. Σκέφτηκε ότι του το έκανε για εκδίκηση. Εγώ αν με αγαπάς θα έρχομαι, θα σου μιλώ κάθε βράδυ. Έτσι έγινε και περίμενε πότε θα του κάνει νεύμα ότι τον θέλει για να την κλέψει. Μα δεν έλεγε να δώσει σημάδι, κοιτούσε μονάχα παγερά, ενίοτε με απορία. Περνούσε ο καιρός. Έχανε την υπομονή του. Ήξερε ότι τον άκουγε. Θέλεις να καταλήξεις στον κουκλοπαράδεισο; τη ρώτησε μια φορά. Εκεί πηγαίνουν οι κούκλες όταν γερνούν και τις αποσύρουν, είπε. Είναι μια συνοικία στις παρυφές της πόλης. Ζουν σε κουκλόσπιτα. Έχουν τηλεόραση συνδρομητική. Σέρνουν καρότσια στη λαϊκή με λαστιχένια φρούτα. Τις Κυριακές καλούν παρέα για φαγητό. Δεν είναι αυτό τόπος, μουρμούρισε, δε φτιάχτηκε για εμάς η πλαστικογή. Κάνε ένα νεύμα και θα σε πάρω να φύγουμε, οπουδήποτε. Θα ζήσουμε εμείς καλά και οι άλλες κούκλες καλύτερα. Καθώς συνέχιζε τον καημό του, ένα τουρτουριασμένο ξημέρωμα, μαρμάρωσε κι αυτός, από το κρύο. Έμεινε να στέκεται στην έξω πλευρά της βιτρίνας.

 

- - -

Πρώτη Δημοσίευση: Κίμων Θεοδώρου, «Πλαστικογή», στη Μικρή Κλίμακα της Δήμητρας Ι. Χριστοδούλου, ηλεκτρονικό περιοδικό Χάρτης, τεύχος 7, Ιούλιος 2019 - link

Δημοφιλείς αναρτήσεις από αυτό το ιστολόγιο

Έρωτας και τηλεπάθεια στα χρόνια της έλλειψης καυσίμων

Η τραγική αυτοκτονία του ποιητή Μάριου Βαϊάνου και του φίλου του