Αποθησαυρίζοντας 5 ποιήματα της Elizabeth Barrett Browning
Είπε ένας λαός σ’ έναν ποιητή: «Σήκω και φύγε αμέσως απ’ εδώ»
Ο ΠΟΙΗΤΗΣ ΚΑΙ ΤΟ ΠΟΥΛΙ
ΕΝΑΣ ΜΥΘΟΣ
Είπε ένας λαός σ’ έναν ποιητή — «Σήκω και φύγε αμέσως απ’ εδώ.
Ανάμεσά μας δεν σε θέλουμε. Μεις έχουμε το νου μας σε πράγματα του κόσμου,
συ μας τραγουδείς για θεία.
Εδώ κοντά στην πύλη κάθεται ένα πουλάκι, ωραίο, μαυριδερό,
ένα αηδόνι που το κελάηδισμά του έρχεται στ’ αυτιά μας πιο μελωδικό απ’ όλα τα τραγούδια σου».
Πήρε το δρόμο ο ποιητής με δάκρυα στα μάτια – έπαψε και τ’ αηδόνι να κελαηδεί.
«Τώρα γιατί, ω αηδόνι μου, εχάθηκε όλη η γλύκα σου;»
— «Δεν μπορώ πια να τραγουδώ για πράγματα του κόσμου, αφού μας λείπει ο ουράνιος ποιητής,
που μέσα στις ουράνιες αρμονίες του υπήρχαν και οι γήινες».
Πήρε το δρόμο ο ποιητής με μάτια δακρυσμένα – και πέθανε έρημος στα ξένα.
Και το πουλάκι πέταξε στον τάφο του και πέθανε κι αυτό με θρήνους κι οδυρμούς.
Κι όταν επέρασα από κει, ορκίζομαι, η μουσική που είχε μείνει, ήταν μονάχα του τραγουδιού του ποιητή και όχι του αηδονιού.
Η ΠΡΟΣΩΠΙΣ
(απόσπασμα)
Κλαίτε για κείνους που κλαίνε; είπε –
Α, τρελλοί. Σας λέω, αυτούς παρατήστε τους.
Πηγαίνετε, κλάψτε για κείνους, που ενώ οι καρδιές τους ματώνουν
τα μάτια τους γελούν.
Πιο δυστυχισμένους ποιους μπορείς να πεις;
ΟΙ ΙΔΕΕΣ ΕΝΟΣ ΠΑΙΔΙΟΥ ΠΕΡΙ ΘΕΟΥ
Λένε πως ο Θεός ζει πολύ, πολύ ψηλά. Μα αν κοιτάξεις απάνω από τα κυπαρίσσια, δεν μπορείς να Τόνε ιδείς – γιατί;
Και αν σκάψεις κάτω, βαθιά στα μεταλλεία, δεν μπορείς να Τόνε βρεις μες στο χρυσάφι, αν κι απ’ Αυτόν όλη η δόξα αυτή λαμποκοπάει.
Ο Θεός είναι τόσο καλός, φορεί μία δίπλα από ουρανό και γη μπροστά στο πρόσωπό Του – σαν της Αγάπης τα μυστικά τ’ ανείπωτα.
Και όμως αισθάνομαι το αγκάλιασμά Του να γλυστρά σ’ όλα τα μέλη μου, αισθάνομαι με ρίγος το χάδι του να μούρχεται απ’ όλα τα πράγματα που βλέπω, με όλους τους ήχους που ακούω.
Το ίδιο όπως αισθάνομαι της μητερούλας μου το τρυφερό φιλάκι, στα κλειστά μου απάνω βλέφαρα, το βράδυ, σα γέρνω από τη νύστα και μου λέει «Ποιος σε φίλησε μες στο σκοτάδι, μικρό μου; Μάντεψέ το».
Η ΑΠΑΙΤΗΣΙΣ ΤΟΥ ΕΡΩΤΟΣ
Μια μέρα η Λύπη κάθισε απάνω σ’ ένα βράχο και άρχισε το θρήνος.
«Αλλοί μου, αλλοί μου, τρισαλλοί μου».
Όπως το βράχο δέρνει ο Ωκεανός, έτσι κι αυτή τα στήθια της χτυπούσε.
«Αχ, ωιμέ», θρηνούσε και αναστέναζε.
Ένα σύννεφο έκραξε από τον ουρανό, απαλό σαν τη βροχή που πέφτει στο νερό.
«Ω, οι άνεμοι χάθηκαν και στ’ ουρανού την ερημιά μονάχο μένω,
και δεν μπορώ να πάω ν’ ακουμπήσω την ασπράδα μου στην πρασινάδα των βουνών,
ως που να με χρειαστούνε για πιότερη δροσιά.
Ο Ήλιος με χτύπησε, με καταδίκασε σε μονότονη ησυχία,
και, χλωμό, είμαι αναγκασμένο να υφάνω γι’ αυτόν ένα Χρυσούν Δέρας πιο μεγάλο από κείνο που με λαχτάρα ταξίδευε για ν’ αποχτήσει ο Ιάσων.
Γλυκειά μου Λύπη. Όταν στενάξεις αρκετά για σένα, βγάλε για χατίρι μου και ένα στεναγμό για τον άνεμο
– ας έρθει να με σπρώξει λίγο προς τη Δύση».
Μα ο Έρως, που είχε προηγηθεί, και καθόταν στης Λύπης τα πόδια, κοιτάζοντας την κατάματα, απάντησε στο σύννεφο γι’ αυτήν.
«Όχι, όχι. Για ένα σύννεφο περαστικό δεν θα δώσει αυτή ό,τι είναι πλούτος δικός μου.
Όταν η Λύπη θρηνεί, ο θρήνος της μου ανήκει. Γι’ αυτό μένω εδώ νύχτα και μέρα και
συμπληρώνω τη ζωή μου με την πνοή του στεναγμού της».
ΕΚΕΙΝΗ Η ΜΕΡΑ
Στέκομαι κοντά στον ποταμό, όπου οι δυό μας σταθήκαμε κι ένας ίσκιος μόνο τώρα πέφτει απάνω στο νερό. Και το μονοπάτι που οδηγεί σ’ αυτό, που οι δυό μας το περάσαμε, μια ψυχή μονάχα τώρα το περνά, ζητώντας λίγη δροσιά απ’ τα χόρτα – μια ψυχή που έρημη έμεινε από κείνη την ημέρα.
Άφθονα ανθίζουν τα λουλούδια στην ακροποταμιά, μα κανείς δεν σταματά στη διαταγή μου, για να τα δρέψει. Το πουλάκι στο κλαρί κελαηδάει ζωηρά κι αδιάκοπα. Το σιγανό μου κλάμα δεν το ανησυχεί, όπως δεν το ανησυχούσαν οι όρκοι σου εκείνη την ημέρα.
Στέκομαι κοντά στο ποταμό και σκέπτομαι τον όρκο σου. Ω, ήσυχος, όπως το μέρος τούτο, ας είσαι, επίορκε. Αφήνω ν’ ανθίζουν τα λουλούδια και το πουλάκι δεν το κατακρίνω – ήθελα εγώ να ενοχλήσω εσένα πιότερο από κείνα, αγαπημένε μου, εκείνη την ημέρα;
Πήγαινε και νάσαι βέβαιος για την αγάπη μου –αφού συχώρεσα την απιστία εκείνη– και για τις προσευχές μου -αφού κερδίζουνε για σέ την ευλογία τουρανού– και για την λύπη μου, (σκέψου το μάκρος του σπαθιού μέσα στη θήκη)- αφού η βουβαμάρα της ζωής μου, είναι πιο παθητική κι απ’ του θανάτου τη στιγμή.
Πήγαινε–συχωρεμένος νάσαι για κείνη την ημέρα.
